selected
se
σι
lec
ˈlɛk
λεκ
ted
tɪd
τιντ
affecteddejectedrejecteddirected

Ορισμός και σημασία του "selected"στα αγγλικά

01

επιλεγμένος, εκλεγμένος

chosen or picked from a group based on specific criteria 

elect

γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most selected
συγκριτικός βαθμός
more selected
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
choice, evaluation, process
Παραδείγματα
He was one of the selected applicants for the job. 

Ήταν ένας από τους επιλεγμένους υποψήφιους για τη δουλειά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

unselected
selected
select
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store