Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Chosen
01
επιλεγμένος, προτιμώμενος
one who is the object of choice; who is given preference
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
chosen
Παραδείγματα
The chosen were tasked with spreading the word of God across the land.
Οι εκλεκτοί ανατέθηκε να διαδώσουν τον λόγο του Θεού σε όλη τη γη.
03
επιλεγμένος
the name for Korea as a Japanese province (1910-1945)



























