to chouse
chouse
ʧaʊz
chawz
choosecrouse

Ορισμός και σημασία του "chouse"στα αγγλικά

to chouse
01

εξαπατώ, κοροϊδεύω

defeat someone through trickery or deceit 
to chouse definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
chouse
γ΄ ενικό πρόσωπο
chouses
ενεστώτα μετοχή
chousing
απλός αόριστος
choused
παθητική μετοχή
choused
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store