Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to chouse
01
εξαπατώ, κοροϊδεύω
defeat someone through trickery or deceit
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
chouse
γ΄ ενικό πρόσωπο
chouses
ενεστώτα μετοχή
chousing
απλός αόριστος
choused
παθητική μετοχή
choused



























