dismaying
dis
dɪs
ντισ
maying
ˈmeɪɪng
μειινγκ
/dɪsmˈe‍ɪɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "dismaying"στα αγγλικά

01

αποκαρδιωτικός, αποθαρρυντικός

causing concern or disappointment
Παραδείγματα
The dismaying discovery of security vulnerabilities in the software raised alarm among users.
Η ανησυχητική ανακάλυψη ευπαθειών ασφαλείας στο λογισμικό προκάλεσε συναγερμό μεταξύ των χρηστών.

Λεξικό Δέντρο

dismaying
dismay
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store