Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dismaying
01
αποκαρδιωτικός, αποθαρρυντικός
causing concern or disappointment
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most dismaying
συγκριτικός βαθμός
more dismaying
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
emotion, evaluation, events
Παραδείγματα
The dismaying news of the economic downturn affected businesses and individuals alike.
Τα απογοητευτικά νέα της οικονομικής ύφεσης επηρέασαν τόσο τις επιχειρήσεις όσο και τα άτομα.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
dismaying
dismay



























