Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dismaying
01
αποκαρδιωτικός, αποθαρρυντικός
causing concern or disappointment
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most dismaying
συγκριτικός βαθμός
more dismaying
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The dismaying discovery of security vulnerabilities in the software raised alarm among users.
Η ανησυχητική ανακάλυψη ευπαθειών ασφαλείας στο λογισμικό προκάλεσε συναγερμό μεταξύ των χρηστών.
Λεξικό Δέντρο
dismaying
dismay



























