to disbar
dis
dɪs
dis
bar
ˈbɑ:
baa
bazaarbarrebazarbizarre

Ορισμός και σημασία του "disbar"στα αγγλικά

to disbar
01

αποκλείω, απαγορεύω

to exclude or prevent someone from participating in a certain activity or profession 
Transitive: to disbar sb | to disbar sb from an activity
to disbar definition and meaning
Παραδείγματα
The teacher decided to disbar the disruptive student from participating in the class debate. 

Ο δάσκαλος αποφάσισε να αποκλείσει τον διαταρακτικό μαθητή από τη συμμετοχή στην τάξη.

02

αποστερώ από το δικηγορικό λειτούργημα, εξαιρώ από τον δικηγορικό σύλλογο

to officially remove a lawyer from the legal profession 
Transitive: to disbar a lawyer
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
disbar
γ΄ ενικό πρόσωπο
disbars
ενεστώτα μετοχή
disbarring
απλός αόριστος
disbarred
παθητική μετοχή
disbarred
Παραδείγματα
The lawyer was disbarred after being convicted of fraud. 

Ο δικηγόρος αποκλείστηκε από το δικηγορικό σύλλογο μετά την καταδίκη του για απάτη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

disbarment
disbar
bar
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store