Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to disbar
01
αποκλείω, απαγορεύω
to exclude or prevent someone from participating in a certain activity or profession
Transitive: to disbar sb | to disbar sb from an activity
Παραδείγματα
The community center disbarred individuals who violated its code of conduct from using its facilities.
Το κοινοτικό κέντρο απέκλεισε τα άτομα που παραβίασαν τον κώδικα συμπεριφοράς του από τη χρήση των εγκαταστάσεών του.
02
αποστερώ από το δικηγορικό λειτούργημα, εξαιρώ από τον δικηγορικό σύλλογο
to officially remove a lawyer from the legal profession
Transitive: to disbar a lawyer
Παραδείγματα
The firm ’s reputation was damaged when their partner was disbarred.
Η φήμη της εταιρείας υπέστη ζημιά όταν ο συνεργάτης τους αποβλήθηκε από το δικηγορικό σύλλογο.
Λεξικό Δέντρο
disbarment
disbar
bar



























