Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to disavow
01
αποποιούμαι, αρνούμαι
to deny any knowledge, support, or responsibility for something that is associated with oneself
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
disavow
γ΄ ενικό πρόσωπο
disavows
ενεστώτα μετοχή
disavowing
απλός αόριστος
disavowed
παθητική μετοχή
disavowed
Παραδείγματα
Rather than taking responsibility for the project's failure, the manager disavowed any involvement, placing the blame solely on their team members.
Αντί να αναλάβει την ευθύνη για την αποτυχία του έργου, ο διευθυντής αποκήρυξε οποιαδήποτε συμμετοχή, ρίχνοντας την ευθύνη αποκλειστικά στα μέλη της ομάδας του.
Λεξικό Δέντρο
disavowable
disavow
avow



























