Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to disavow
01
αποποιούμαι, αρνούμαι
to deny any knowledge, support, or responsibility for something that is associated with oneself
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
disavow
γ΄ ενικό πρόσωπο
disavows
ενεστώτα μετοχή
disavowing
απλός αόριστος
disavowed
παθητική μετοχή
disavowed
Παραδείγματα
Despite being photographed at the event, the politician later disavowed any knowledge of the controversial gathering, claiming they were unaware of its true nature.
Παρά το ότι φωτογραφήθηκε στην εκδήλωση, ο πολιτικός αργότερα αποκήρυξε οποιαδήποτε γνώση της αμφιλεγόμενης συγκέντρωσης, ισχυριζόμενος ότι δεν γνώριζε την πραγματική της φύση.
Λεξικό Δέντρο
disavowable
disavow
avow



























