Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
disagreeable
01
δυσάρεστος, δυσάρεστος
not to your liking
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most disagreeable
συγκριτικός βαθμός
more disagreeable
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
personality, evaluation, interaction
02
δυσάρεστος, δυσάρεστος
unpleasant to interact with
03
δυσάρεστος, αντιπαθής
opposed to what is likeable or pleasant for one
Παραδείγματα
The weather turned disagreeable, with strong winds and heavy rain.
Ο καιρός έγινε δυσάρεστος, με δυνατούς ανέμους και ισχυρή βροχή.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
disagreeable
agreeable
agree



























