Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to disagree
01
διαφωνώ, δεν συμφωνώ
to hold or give a different opinion about something
Intransitive: to disagree | to disagree with sb/sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
disagree
γ΄ ενικό πρόσωπο
disagrees
ενεστώτα μετοχή
disagreeing
απλός αόριστος
disagreed
παθητική μετοχή
disagreed
Παραδείγματα
He disagreed with the critic's review of the play.
Δεν συμφώνησε με την κριτική της παράστασης.
02
διαφωνώ, δεν συμφωνώ
to lack harmony or compatibility with another element, idea, or action
Transitive: to disagree with sth
Παραδείγματα
The witness's testimony disagreed with the evidence presented.
Η κατάθεση του μάρτυρα δεν συμφωνούσε με τα παρουσιαζόμενα στοιχεία.
Λεξικό Δέντρο
disagree
agree



























