Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to disabuse
01
αποσαφηνίζω, απομυθοποιώ
to help a person rid themselves of their misconceptions
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
disabuse
γ΄ ενικό πρόσωπο
disabuses
ενεστώτα μετοχή
disabusing
απλός αόριστος
disabused
παθητική μετοχή
disabused
Παραδείγματα
The professor disabused the students of the myth about ancient civilizations.
Ο καθηγητής απάλλαξε τους μαθητές από το μύθο για τους αρχαίους πολιτισμούς.
Λεξικό Δέντρο
disabuse
abuse



























