to disabuse
dis
ˌdɪs
dis
a
ə
ē
buse
ˈbju:z
byooz
abstruseprofusecaboosediffuse

Ορισμός και σημασία του "disabuse"στα αγγλικά

to disabuse
01

αποσαφηνίζω, απομυθοποιώ

to help a person rid themselves of their misconceptions 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
disabuse
γ΄ ενικό πρόσωπο
disabuses
ενεστώτα μετοχή
disabusing
απλός αόριστος
disabused
παθητική μετοχή
disabused
Παραδείγματα
The professor disabused the students of the myth about ancient civilizations. 

Ο καθηγητής απάλλαξε τους μαθητές από το μύθο για τους αρχαίους πολιτισμούς.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

disabuse
abuse
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store