Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to disabuse
01
αποσαφηνίζω, απομυθοποιώ
to help a person rid themselves of their misconceptions
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
disabuse
γ΄ ενικό πρόσωπο
disabuses
ενεστώτα μετοχή
disabusing
απλός αόριστος
disabused
παθητική μετοχή
disabused
Παραδείγματα
By providing clear evidence, she disabused her colleagues of the outdated practices.
Παρέχοντας σαφή αποδεικτικά στοιχεία, απαλλάχθηκε από τις ξεπερασμένες πρακτικές τους συναδέλφους της.
Λεξικό Δέντρο
disabuse
abuse



























