Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Disagreement
01
διαφωνία, ασυμφωνία
a contrast of facts or ideas between two or more sides
Παραδείγματα
The disagreement between the study's findings and previous research raised questions.
Η διαφωνία μεταξύ των ευρημάτων της μελέτης και των προηγούμενων ερευνών εγείρει ερωτήματα.
02
διαφωνία
an argument or a situation in which people have different opinions about something
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
disagreements
Παραδείγματα
The meeting ended in disagreement as team members could not reach a consensus on the project's direction.
Η συνάντηση τελείωσε σε διαφωνία καθώς τα μέλη της ομάδας δεν μπόρεσαν να καταλήξουν σε συναίνεση σχετικά με την κατεύθυνση του έργου.
03
διαφωνία, αντιπαράθεση
the act of expressing opposition, argument, or dispute
Παραδείγματα
She voiced her disagreement during the meeting.
Εκφράστηκε η διαφωνία της κατά τη διάρκεια της συνάντησης.
Λεξικό Δέντρο
disagreement
agreement
agree



























