Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cumbersome
αποδοκιμαστικό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most cumbersome
συγκριτικός βαθμός
more cumbersome
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Carrying the cumbersome boxes up the stairs was exhausting.
Το να μεταφέρεις τις δυσκίνητες κούτες στις σκάλες ήταν εξαντλητικό.
02
δυσκίνητος, βαρύς
(of words, phrases, etc.) too long or difficult, often making communication more challenging
αποδοκιμαστικό
Παραδείγματα
His speech was filled with cumbersome phrases, making it hard for the audience to follow.
Η ομιλία του ήταν γεμάτη δυσκίνητες φράσεις, κάνοντας δύσκολο για το κοινό να ακολουθήσει.
αποδοκιμαστικό
Παραδείγματα
The company's outdated filing system proved to be cumbersome, slowing down productivity.
Το παρωχημένο σύστημα αρχειοθέτησης της εταιρείας αποδείχθηκε δυσκίνητο, επιβραδύνοντας την παραγωγικότητα.
Λεξικό Δέντρο
cumbersomeness
cumbersome



























