cumbersome
cumbersome
kʌmbəsəm
kambēsēm

Ορισμός και σημασία του "cumbersome"στα αγγλικά

cumbersome
01

δυσκίνητος, βαρύς

challenging to manage or move due to size, weight, or awkward shape 
αποδοκιμαστικό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most cumbersome
συγκριτικός βαθμός
more cumbersome
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Carrying the cumbersome boxes up the stairs was exhausting. 

Το να μεταφέρεις τις δυσκίνητες κούτες στις σκάλες ήταν εξαντλητικό.

02

δυσκίνητος, βαρύς

(of words, phrases, etc.) too long or difficult, often making communication more challenging 
αποδοκιμαστικό
Παραδείγματα
His speech was filled with cumbersome phrases, making it hard for the audience to follow. 

Η ομιλία του ήταν γεμάτη δυσκίνητες φράσεις, κάνοντας δύσκολο για το κοινό να ακολουθήσει.

03

δυσκίνητος, βαρύς

(of a system, process, etc.) complex and lacking efficiency or speed 
αποδοκιμαστικό
Παραδείγματα
The company's outdated filing system proved to be cumbersome, slowing down productivity. 

Το παρωχημένο σύστημα αρχειοθέτησης της εταιρείας αποδείχθηκε δυσκίνητο, επιβραδύνοντας την παραγωγικότητα.

Λεξικό Δέντρο

cumbersomeness
cumbersome
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store