Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cranky
01
γκρινιάρης, ευερέθιστος
feeling easily irritated or bad-tempered
Παραδείγματα
The cranky customer complained about the delay in service.
Ο γκρινιάρης πελάτης παραπονέθηκε για την καθυστέρηση στην εξυπηρέτηση.
Παραδείγματα
Eco-friendly fashion is no longer seen as cranky; it's becoming mainstream as consumers prioritize sustainability.
Η οικολογική μόδα δεν θεωρείται πλέον ιδιόμορφη· γίνεται mainstream καθώς οι καταναλωτές προτεραιοποιούν τη βιωσιμότητα.
03
ασταθής, ιδιότροπος
(used of boats) inclined to heel over easily under sail
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
crankiest
συγκριτικός βαθμός
crankier
διαβαθμίσιμο
04
ιδιότροπος, ελαττωματικός
not functioning properly or in poor condition
Παραδείγματα
The cranky printer refused to print the last page.
Ο γκρινιάρης εκτυπωτής αρνήθηκε να εκτυπώσει την τελευταία σελίδα.



























