cranky
cran
ˈkræn
krān
ky
ki
ki
cranny

Ορισμός και σημασία του "cranky"στα αγγλικά

01

γκρινιάρης, ευερέθιστος

feeling easily irritated or bad-tempered 
cranky definition and meaning
Παραδείγματα
The cranky customer complained about the delay in service. 

Ο γκρινιάρης πελάτης παραπονέθηκε για την καθυστέρηση στην εξυπηρέτηση.

02

εκκεντρικός, παράξενος

unusual in behavior or appearance 
Dialectbritish flagBritish
cranky definition and meaning
Παραδείγματα
Eco-friendly fashion is no longer seen as cranky; it's becoming mainstream as consumers prioritize sustainability. 

Η οικολογική μόδα δεν θεωρείται πλέον ιδιόμορφη· γίνεται mainstream καθώς οι καταναλωτές προτεραιοποιούν τη βιωσιμότητα.

03

ασταθής, ιδιότροπος

(used of boats) inclined to heel over easily under sail 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
crankiest
συγκριτικός βαθμός
crankier
διαβαθμίσιμο
04

ιδιότροπος, ελαττωματικός

not functioning properly or in poor condition 
Παραδείγματα
The cranky printer refused to print the last page. 

Ο γκρινιάρης εκτυπωτής αρνήθηκε να εκτυπώσει την τελευταία σελίδα.

Λεξικό Δέντρο

crankiness
cranky
crank
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store