Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cranky
01
γκρινιάρης, ευερέθιστος
feeling easily irritated or bad-tempered
Παραδείγματα
His cranky attitude made it difficult for the team to collaborate effectively.
Η οξύθυμη συμπεριφορά του έκανε δύσκολη την αποτελεσματική συνεργασία της ομάδας.
Παραδείγματα
His cranky theories about time travel and parallel universes baffled his colleagues in the scientific community.
Οι παράξενες θεωρίες του για το ταξίδι στο χρόνο και τους παράλληλους κόσμους μπέρδεψαν τους συναδέλφους του στην επιστημονική κοινότητα.
03
ασταθής, ιδιότροπος
(used of boats) inclined to heel over easily under sail
04
ιδιότροπος, ελαττωματικός
not functioning properly or in poor condition
Παραδείγματα
The cranky washing machine made strange noises during the spin cycle.
Το χαλασμένο πλυντήριο έκανε περίεργους θορύβους κατά τη διάρκεια του κύκλου περιστροφής.



























