Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
contracted
01
μειωμένος, συρρικνωμένος
reduced or decreased in extent or scope
Παραδείγματα
The patient 's lung capacity was affected by the illness, leading to a contracted ability to breathe deeply.
Η χωρητικότητα των πνευμόνων του ασθενούς επηρεάστηκε από την ασθένεια, οδηγώντας σε μειωμένη ικανότητα βαθιάς αναπνοής.
Λεξικό Δέντρο
contracted
contract



























