Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
contemporary
Παραδείγματα
We studied the contemporary political landscape to understand today's issues.
Μελετήσαμε το σύγχρονο πολιτικό τοπίο για να κατανοήσουμε τα σημερινά ζητήματα.
Παραδείγματα
Contemporary with the French Revolution, many European nations experienced political upheavals.
Σύγχρονη με τη Γαλλική Επανάσταση, πολλά ευρωπαϊκά έθνη γνώρισαν πολιτικές αναταραχές.
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most contemporary
συγκριτικός βαθμός
more contemporary
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The gallery features contemporary artworks that explore new techniques.
Η γκαλερί παρουσιάζει σύγχρονα έργα τέχνης που εξερευνούν νέες τεχνικές.
04
σύγχρονος, συνεχής
happening or existing at the same time
Παραδείγματα
The Renaissance period saw contemporary developments in both art and science.
Η περίοδος της Αναγέννησης είδε σύγχρονες εξελίξεις τόσο στην τέχνη όσο και στην επιστήμη.
Contemporary
01
σύγχρονος, άτομο που ζει την ίδια εποχή
a person living in the same period as another
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
contemporaries
Παραδείγματα
Shakespeare was a contemporary of Cervantes, though they lived in different parts of Europe.
Ο Σαίξπηρ ήταν σύγχρονος του Θερβάντες, αν και ζούσαν σε διαφορετικά μέρη της Ευρώπης.
Παραδείγματα
My contemporaries at university have all gone on to pursue successful careers in various fields.
Οι σύγχρονοί μου στο πανεπιστήμιο έχουν όλοι ακολουθήσει επιτυχημένες καριέρες σε διάφορους τομείς.
02
σύγχρονος, σύγχρονη
a thing or event existing or happening at the same time as another
Παραδείγματα
The pyramids of Egypt are contemporaries of the early Mesopotamian ziggurats.
Οι πυραμίδες της Αιγύπτου είναι σύγχρονες με τους πρώτους ζιγκουράτ της Μεσοποταμίας.
Λεξικό Δέντρο
contemporize
contemporary



























