concomitant
con
kən
kēn
co
ˈkɒ
ko
mi
mi
tant
tənt
tēnt

Ορισμός και σημασία του "concomitant"στα αγγλικά

concomitant
01

συνοδός, ταυτόχρονος

simultaneously occurring with something else as it is either related to it or an outcome of it 
concomitant definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
With the rapid growth of the city came the concomitant challenges of increased traffic and infrastructure demands. 

Με την ταχεία ανάπτυξη της πόλης ήρθαν οι συνοδευτικές προκλήσεις της αυξημένης κυκλοφορίας και των απαιτήσεων υποδομής.

01

συνοδευτική κατάσταση, ταυτόχρονη συνέπεια

a condition or event that occurs simultaneously with or in connection to another 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
concomitants
Παραδείγματα
High stress is a common concomitant of demanding jobs. 

Το υψηλό άγχος είναι ένας κοινός συνοδός απαιτητικών εργασιών.

Λεξικό Δέντρο

concomitantly
concomitant
concomit
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store