Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
concordant
01
συμφωνών, σύμφωνος
in keeping
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most concordant
συγκριτικός βαθμός
more concordant
διαβαθμίσιμο
02
συμφωνητικός, συνεπής
following an agreement
Παραδείγματα
The revisions to the plan were made to remain concordant with the original objectives.
Οι αναθεωρήσεις του σχεδίου έγιναν για να παραμείνουν συνεπείς με τους αρχικούς στόχους.
Λεξικό Δέντρο
concordant
concord



























