concordant
con
kən
kēn
cor
ˈkɔ:
kaw
dant
dənt
dēnt

Ορισμός και σημασία του "concordant"στα αγγλικά

concordant
01

συμφωνών, σύμφωνος

in keeping 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most concordant
συγκριτικός βαθμός
more concordant
διαβαθμίσιμο
02

συμφωνητικός, συνεπής

following an agreement 
Παραδείγματα
The revisions to the plan were made to remain concordant with the original objectives. 

Οι αναθεωρήσεις του σχεδίου έγιναν για να παραμείνουν συνεπείς με τους αρχικούς στόχους.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store