close call
close
kləʊs
κλεουσ
call
kɔ:l
κολ

Ορισμός και σημασία του "close call"στα αγγλικά

01

οριακή κατάσταση, ίδιες πιθανότητες

a situation where there is an equal chance for one to fail or succeed 
Dialectamerican flagAmerican
close call definition and meaning
ιδιωματισμός
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
close calls
Παραδείγματα
The final vote was a close call, with both sides almost equally likely to win. 

Η τελική ψηφοφορία ήταν οριακή, με σχεδόν ίδιες πιθανότητες νίκης και για τις δύο πλευρές.

02

παρ' ολίγον ατύχημα, γλίτωσε στο παρά πέντε

a situation where one avoids a danger just before it is too late 
Dialectamerican flagAmerican
ιδιωματισμός
ανεπίσημο
Παραδείγματα
It was a close call when the car swerved in front of us, but my quick reflexes prevented an accident. 

Ήταν παρ' ολίγον ατύχημα· το αυτοκίνητο μας έχασε για λίγα εκατοστά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store