Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to chafe
01
ενοχλούμαι, εκνευρίζομαι
to be irritated or annoyed by minor disturbances or constraints
Παραδείγματα
He chafed at the slow pace of bureaucracy.
Αυτός ενοχλούνταν από τον αργό ρυθμό της γραφειοκρατίας.
02
τρίβω, ερεθίζω
(of a body part) to become sore or irritated due to being rubbed against something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
chafe
γ΄ ενικό πρόσωπο
chafes
ενεστώτα μετοχή
chafing
απλός αόριστος
chafed
παθητική μετοχή
chafed
Παραδείγματα
The tight shoes caused her heels to chafe, leading to blisters after just a few hours of walking.
Τα στενά παπούτσια προκάλεσαν τριβή στις φτέρνες της, οδηγώντας σε φουσκάλες μετά από λίγες μόνο ώρες περπάτηματος.
2.1
ερεθίζω, τρίβω
to make a body part become sore or irritated by rubbing against it
Παραδείγματα
The edges of the heavy gloves chafed his wrists as he worked, causing irritation and soreness.
Οι άκρες των βαρέων γαντιών τρίβονταν στους καρπούς του καθώς εργαζόταν, προκαλώντας ερεθισμό και πόνο.
03
τρίβω, ζεσταίνω
to generate warmth or stimulate circulation by rubbing
Παραδείγματα
He chafed his knees to increase circulation.
Αυτός τρίβονταν τα γόνατά του για να αυξήσει την κυκλοφορία.
Chafe
01
ενόχληση, εκνευρισμός
anger, irritation, or annoyance caused by a minor provocation or constraint
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
chafes
Παραδείγματα
The manager 's impatience became a chafe for the staff.
Η ανυπομονησία του διευθυντή έγινε πηγή ενόχλησης για το προσωπικό.
02
τρίψιμο, ερεθισμός
soreness, warmth, or irritation of the skin or body caused by rubbing or friction
Παραδείγματα
The harness gave him a chafe on his shoulders.
Το ιπποσκευή του προκάλεσε ερεθισμό στους ώμους.
Λεξικό Δέντρο
chafed
chafing
chafe



























