to chaff
chaff
ʧɑ:f
chaaf
chuff

Ορισμός και σημασία του "chaff"στα αγγλικά

to chaff
01

πειράζω, αστειεύομαι

to tease or mock someone in a playful or good-natured manner 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
chaff
γ΄ ενικό πρόσωπο
chaffs
ενεστώτα μετοχή
chaffing
απλός αόριστος
chaffed
παθητική μετοχή
chaffed
Παραδείγματα
Yesterday, my friends chaffed me about my new haircut, joking that I looked like a movie star. 

Χθες, οι φίλοι μου με πείραξαν για το νέο μου κούρεμα, αστειευόμενοι ότι μοιάζω με κινηματογραφικό αστέρι.

01

αποσπάσματα, δέλεαρ ραντάρ

thin strips of foil or fiber ejected into the air to confuse enemy radar systems 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The pilot released chaff to break the missile's radar lock. 

Ο πιλότος απελευθέρωσε χάφ για να σπάσει το ραντάρ κλείδωμα του πυραύλου.

02

άχυρο, τσουβάλι

seed coverings and other plant debris separated from grain 
Παραδείγματα
After threshing, the wheat heap was mixed with chaff that needed to be sifted out. 

Μετά το αλώνισμα, ο σωρός του σιταριού αναμίχθηκε με άχυρο που έπρεπε να κοσκινιστεί.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store