Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to chaff
01
πειράζω, αστειεύομαι
to tease or mock someone in a playful or good-natured manner
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
chaff
γ΄ ενικό πρόσωπο
chaffs
ενεστώτα μετοχή
chaffing
απλός αόριστος
chaffed
παθητική μετοχή
chaffed
Παραδείγματα
If you chaff your friends too much, they might start to feel hurt instead of amused.
Αν πειράξεις πολύ τους φίλους σου, μπορεί να αρχίσουν να νιώθουν πληγωμένοι αντί για διασκεδασμένοι.
Chaff
01
αποσπάσματα, δέλεαρ ραντάρ
thin strips of foil or fiber ejected into the air to confuse enemy radar systems
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The defense system automatically dispenses chaff when an incoming threat is detected.
Το αμυντικό σύστημα διανέμει αυτόματα χάφ όταν ανιχνεύεται απειλή που πλησιάζει.
02
άχυρο, τσουβάλι
seed coverings and other plant debris separated from grain
Παραδείγματα
They stored the barley in bins equipped with screens to shake out any remaining chaff.
Αποθήκευσαν το κριθάρι σε δοχεία εξοπλισμένα με κόσκινα για να ξεκολλήσουν οποιοδήποτε υπόλοιπο άχυρο.



























