Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to buck up
[phrase form: buck]
01
ενθαρρύνω, σηκώνω το ηθικό
to encourage someone when they are sad or discouraged
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
buck
ενεστώτας
buck up
γ΄ ενικό πρόσωπο
bucks up
ενεστώτα μετοχή
bucking up
απλός αόριστος
bucked up
παθητική μετοχή
bucked up
Παραδείγματα
The teacher's words of encouragement really bucked me up before the exam.
Τα ενθαρρυντικά λόγια του δασκάλου πραγματικά με ενθάρρυναν πριν από τις εξετάσεις.
02
θαρρεύω, παρηγορούμαι
to find courage to face challenges and improve one's mood
Παραδείγματα
She needs to buck up her courage to speak in front of the audience.
Πρέπει να βρει το κουράγιο της για να μιλήσει μπροστά στο κοινό.
03
ανεβάζω τη διάθεση, βελτιώνω την ψυχολογία
to bring improvement to a situation
Παραδείγματα
The successful completion of the project bucked up the entire team.
Η επιτυχής ολοκλήρωση του έργου ενθάρρυνε όλη την ομάδα.
04
αναθέτω, στέλνω
to send a matter or problem to someone in charge to handle or make a decision
Παραδείγματα
Buck the proposal up to the board for final approval.
Να υποβάλει την πρόταση στο διοικητικό συμβούλιο για τελική έγκριση.



























