Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bucket
01
κουβάς, κατσαρόλα
a round open container, made of plastic or metal, with a handle used for keeping or carrying things
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
buckets
Παραδείγματα
The painter dipped his brush into the bucket of paint to start working on the walls.
Ο ζωγράφος βούτηξε το πινέλο του στον κουβά με μπογιά για να αρχίσει να δουλεύει στους τοίχους.
1.1
κουβάς, τελάρο
the contents or the amount within a typically large container with a wide opening and a handle often used for carrying liquids
Παραδείγματα
She carried a bucket of water from the well to water the plants in the garden.
Κουβαλούσε ένα κουβά νερό από το πηγάδι για να ποτίσει τα φυτά στον κήπο.
to bucket
01
μεταφέρω σε έναν κουβά, κουβαλώ με έναν κουβά
carry in a bucket
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
bucket
γ΄ ενικό πρόσωπο
buckets
ενεστώτα μετοχή
bucketing
απλός αόριστος
bucketed
παθητική μετοχή
bucketed
02
βάζω σε ένα κουβά, χύνω σε ένα κουβά
put into a bucket



























