bucket
Pronunciation
/ˈbʌkɪt/

Ορισμός και σημασία του "bucket"στα αγγλικά

01

κουβάς, κατσαρόλα

a round open container, made of plastic or metal, with a handle used for keeping or carrying things
bucket definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
buckets
Παραδείγματα
After the storm, they used a bucket to bail out water that had collected in the basement.
Μετά τη θύελλα, χρησιμοποίησαν ένα κουβά για να αδειάσουν το νερό που είχε συγκεντρωθεί στο υπόγειο.
1.1

κουβάς, τελάρο

the contents or the amount within a typically large container with a wide opening and a handle often used for carrying liquids
Παραδείγματα
He poured a bucket of ice over his head to cool off on a hot summer day.
Έριξε ένα κουβά πάγο πάνω στο κεφάλι του για να δροσιστεί μια ζεστή καλοκαιρινή μέρα.
to bucket
01

μεταφέρω σε έναν κουβά, κουβαλώ με έναν κουβά

carry in a bucket
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
bucket
γ΄ ενικό πρόσωπο
buckets
ενεστώτα μετοχή
bucketing
απλός αόριστος
bucketed
παθητική μετοχή
bucketed
02

βάζω σε ένα κουβά, χύνω σε ένα κουβά

put into a bucket
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store