brimming
bri
ˈbrɪ
bri
mming
mɪng
ming
swimmingskimmingtrimminglimning

Ορισμός και σημασία του "brimming"στα αγγλικά

01

ξεχειλίζων, γεμάτος μέχρι τα όρια

filled to the top, often with an abundance of something 
brimming definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most brimming
συγκριτικός βαθμός
more brimming
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
emotion, abundance, state
Παραδείγματα
The conversation was brimming with laughter and joy. 

Η συζήτηση ήταν γεμάτη από γέλιο και χαρά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

brimming
brim
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store