Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to chow down
01
τρώω με ενθουσιασμό, καταβροχθίζω
to eat, often in a hearty or enthusiastic manner
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
down
βασικό ρήμα
chow
ενεστώτας
chow down
γ΄ ενικό πρόσωπο
chows down
ενεστώτα μετοχή
chowing down
απλός αόριστος
chowed down
παθητική μετοχή
chowed down
Παραδείγματα
We gathered around the table to chow down on Thanksgiving dinner.
Συγκεντρωθήκαμε γύρω από το τραπέζι για να φάμε με όρεξη το δείπνο της Ημέρας των Ευχαριστιών.



























