to chow down
chow
ʧaʊ
chaw
down
daʊn
dawn

Ορισμός και σημασία του "chow down"στα αγγλικά

to chow down
01

τρώω με ενθουσιασμό, καταβροχθίζω

to eat, often in a hearty or enthusiastic manner 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
down
βασικό ρήμα
chow
ενεστώτας
chow down
γ΄ ενικό πρόσωπο
chows down
ενεστώτα μετοχή
chowing down
απλός αόριστος
chowed down
παθητική μετοχή
chowed down
Παραδείγματα
After the hike, we couldn't wait to chow down on some pizza. 

Μετά την πεζοπορία, δεν μπορούσαμε να περιμένουμε να φάμε λίγη πίτσα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store