Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to brandish
01
κουνώ απειλητικά, ταλαντεύω
to wave something, especially a weapon, in a threatening or aggressive way
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
brandish
γ΄ ενικό πρόσωπο
brandishes
ενεστώτα μετοχή
brandishing
απλός αόριστος
brandished
παθητική μετοχή
brandished
Παραδείγματα
Protesters brandished sticks and shouted slogans.
Οι διαδηλωτές κούναγαν ραβδιά και φώναζαν συνθήματα.
02
επιδεικνύω, καμαρώνω
to display a trait, skill, or object in a boastful manner
Παραδείγματα
They brandished their success like a trophy.
Κουνουσαν την επιτυχία τους σαν τρόπαιο.
Brandish
01
κούνημα, απειλητική χειρονομία
the act of waving something, typically a weapon, in a showy or threatening way
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
brandishes
Παραδείγματα
The brandish of weapons escalated the tension.
Η κούνηση των όπλων κλιμάκωσε την ένταση.



























