Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to break free
01
ξεφεύγω, απελευθερώνομαι
to get away from something that was keeping one trapped
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
free
βασικό ρήμα
break
ενεστώτας
break free
γ΄ ενικό πρόσωπο
breaks free
ενεστώτα μετοχή
breaking free
απλός αόριστος
broke free
παθητική μετοχή
broken free
Παραδείγματα
The bird struggled to break free from the net that had trapped it.
Το πουλί παλέψει να ξεφύγει από το δίχτυ που το είχε παγιδεύσει.
02
απελευθερώνομαι, δραπετεύω
to liberate oneself from a situation, often by overcoming obstacles or restrictions put by something or someone
Παραδείγματα
After years of hard work, she finally broke free from poverty and achieved financial independence.
Μετά από χρόνια σκληρής δουλειάς, απελευθερώθηκε επιτέλους από τη φτώχεια και πέτυχε την οικονομική ανεξαρτησία.
03
απελευθερώνομαι, ξεφεύγω
to manage to get away from someone's physical grasp
Παραδείγματα
With a sudden twist, she broke free from the attacker's grasp and ran for safety.
Με μια ξαφνική κίνηση, αποδράστηκε από την αγκαλιά του επιτιθέμενου και έτρεξε για ασφάλεια.
04
απελευθερώνομαι, δραπετεύω
to forcefully remove obstacles like ropes, chains, walls, etc. that restrict movement
Παραδείγματα
The prisoners worked together to break free from their handcuffs and flee the scene.
Οι κρατούμενοι συνεργάστηκαν για να απελευθερωθούν από τις χειροπέδες και να φύγουν από το σημείο.



























