Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to float around
01
κυκλοφορώ, περιφέρομαι στον αέρα
(of ideas, rumors, etc.) to be widely discussed or heard among people without a known or confirmed source
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
around
βασικό ρήμα
float
ενεστώτας
float around
γ΄ ενικό πρόσωπο
floats around
ενεστώτα μετοχή
floating around
απλός αόριστος
floated around
παθητική μετοχή
floated around
Παραδείγματα
Rumors of a new merger are floating around the company, but no one knows the details.
Φήμες για μια νέα συγχώνευση κυκλοφορούν στην εταιρεία, αλλά κανείς δεν γνωρίζει τις λεπτομέρειες.
02
περιφέρομαι κάπου εδώ γύρω, βρίσκομαι κάπου εδώ γύρω
to exist in a space without a fixed or known location
Παραδείγματα
I can't find my keys, but they must be floating around here somewhere.
Δεν μπορώ να βρω τα κλειδιά μου, αλλά πρέπει να βρίσκονται κάπου εδώ γύρω.
03
επιπλέω γύρω, περιφέρομαι άσκοπα
to move or drift aimlessly or freely
Παραδείγματα
The autumn leaves from the tree floated around the garden in the gentle breeze.
Τα φθινοπωρινά φύλλα από το δέντρο επέπλεαν γύρω από τον κήπο στο απαλό αεράκι.



























