Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bluster
01
θόρυβος, ταραχή
loud, noisy commotion or turbulence
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The bluster in the streets made it hard to hear the announcement.
Ο θόρυβος στους δρόμους έκανε δύσκολο να ακουστεί η ανακοίνωση.
02
κομπασμός, αλαζονεία
loud or boastful talk or behavior meant to impress or show bravery, often without real courage or substance
Παραδείγματα
His threats were nothing but bluster.
Οι απειλές του δεν ήταν τίποτα άλλο παρά επίδειξη.
03
θύελλα, ανεμοθύελλα
a strong, noisy, and gusty wind, often accompanied by turbulent
Παραδείγματα
The weather report warned of a bluster expected to sweep through the region, bringing strong winds and unsettled conditions.
Ο καιρός προειδοποίησε για έναν θυελλώδη άνεμο που αναμένεται να σαρώσει την περιοχή, φέρνοντας δυνατούς ανέμους και ασταθείς συνθήκες.
to bluster
01
καυχιέμαι, κομπάζω
to speak or act in a loud, boastful, or self-important way, often to impress or intimidate others
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
bluster
γ΄ ενικό πρόσωπο
blusters
ενεστώτα μετοχή
blustering
απλός αόριστος
blustered
παθητική μετοχή
blustered
Παραδείγματα
He blustered about his achievements to anyone who would listen.
Αυτός καυχιόταν για τα επιτεύγματά του σε όποιον ήθελε να ακούσει.
02
φυσώ με δύναμη, βροντώ
(of wind) to blow forcefully and noisily
Intransitive
Παραδείγματα
The cold wind blustered through the narrow streets.
Ο κρύος άνεμος θύελλαζε στους στενούς δρόμους.
Λεξικό Δέντρο
blusterous
blustery
bluster



























