Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to blur
01
θολώνω, κάνω ασαφή
to make something appear less clear or distinct
Transitive: to blur an image
Παραδείγματα
The photographer intentionally blurred the background to highlight the subject.
Ο φωτογράφος θόλωσε σκόπιμα το φόντο για να τονίσει το θέμα.
02
θολώνω, ασαφίζω
to cause imperfection or distortion in vision
Transitive: to blur one's vision
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
blur
γ΄ ενικό πρόσωπο
blurs
ενεστώτα μετοχή
blurring
απλός αόριστος
blurred
παθητική μετοχή
blurred
Παραδείγματα
Prolonged exposure to the bright screen of the computer blurred his eyesight.
Η παρατεταμένη έκθεση στην φωτεινή οθόνη του υπολογιστή θόλωσε την όρασή του.
03
θολώνω, ασαφής κάνω
to render unclear or obscure
Transitive: to blur one's senses or mind
Παραδείγματα
The artist intentionally blurred the lines between reality and imagination in his surreal paintings.
Ο καλλιτέχνης σκόπιμα θόλωσε τα όρια μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας στα σουρεαλιστικά του έργα.
04
θολώνω, γίνομαι ασαφής
to appear less clear or distinct
Intransitive
Παραδείγματα
As the fog rolled in, the outlines of the trees began to blur.
Καθώς ο ομίχλη κατέβαινε, τα περιγράμματα των δέντρων άρχισαν να θολώνουν.
05
θολώνω, κηλιδώνω
to obscure something by smudging or smearing
Transitive: to blur sth
Παραδείγματα
The child's fingerprints inadvertently blur the glossy surface of the newly polished table.
Τα δακτυλικά αποτυπώματα του παιδιού θολώνουν ακούσια τη γυαλιστερή επιφάνεια του μόλις γυαλισμένου τραπεζιού.
Blur
01
θόλωμα, ασαφής αναπαράσταση
a hazy or indistinct representation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
blurs



























