Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to while away
01
περνώ, διασκεδάζω
to spend time in a relaxed manner, often without a specific purpose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
away
βασικό ρήμα
while
ενεστώτας
while away
γ΄ ενικό πρόσωπο
whiles away
ενεστώτα μετοχή
whiling away
απλός αόριστος
whiled away
παθητική μετοχή
whiled away
Παραδείγματα
She whiled the afternoon away reading her favorite book.
Αυτή πέρασε το απόγευμα διαβάζοντας το αγαπημένο της βιβλίο.



























