to while away
while
waɪl
vail
a
ə
ē
way
ˈweɪ
vei

Ορισμός και σημασία του "while away"στα αγγλικά

to while away
01

περνώ, διασκεδάζω

to spend time in a relaxed manner, often without a specific purpose 
to while away definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
away
βασικό ρήμα
while
ενεστώτας
while away
γ΄ ενικό πρόσωπο
whiles away
ενεστώτα μετοχή
whiling away
απλός αόριστος
whiled away
παθητική μετοχή
whiled away
Παραδείγματα
She whiled the afternoon away reading her favorite book. 

Αυτή πέρασε το απόγευμα διαβάζοντας το αγαπημένο της βιβλίο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store