Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to while away
[phrase form: while]
01
περνώ, διασκεδάζω
to spend time in a relaxed manner, often without a specific purpose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
away
βασικό ρήμα
while
ενεστώτας
while away
γ΄ ενικό πρόσωπο
whiles away
ενεστώτα μετοχή
whiling away
απλός αόριστος
whiled away
παθητική μετοχή
whiled away
Παραδείγματα
Let 's while away the time with a relaxing spa day.
Ας περάσουμε την ώρα με μια χαλαρωτική μέρα σπα.



























