Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
well-known
Παραδείγματα
The recipe comes from a well-known chef who specializes in Italian cuisine.
Η συνταγή προέρχεται από έναν γνωστό σεφ που ειδικεύεται στην ιταλική κουζίνα.
02
γνωστός, κοντινά γνωστός
frequently experienced; known closely or intimately



























