Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
well-loved
01
πολύ αγαπημένος, καλά αγαπημένος
greatly liked and appreciated by many people
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most well-loved
συγκριτικός βαθμός
more well-loved
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The well-loved local café is a popular spot for its cozy atmosphere and delicious pastries.
Το αγαπημένο τοπικό καφέ είναι ένα δημοφιλές μέρος για τη ζεστή του ατμόσφαιρα και τα νόστιμα γλυκά.



























