well-off
well
wɛl
vel
off
ɒf
of
selloff

Ορισμός και σημασία του "well-off"στα αγγλικά

01

ευκατάστατος, οικονομικά άνετος

having enough money to cover one's expenses and maintain a desirable lifestyle 
well-off definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
best-off
συγκριτικός βαθμός
better-off
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Despite not being wealthy, they were well-off enough to afford a nice vacation every year. 

Παρόλο που δεν ήταν πλούσιοι, ήταν αρκετά ευκατάστατοι ώστε να μπορούν να κάνουν μια ωραία διακοπές κάθε χρόνο.

02

σε καλή θέση, άνετος

(of a circumstance) advantageous or comfortable 
Παραδείγματα
With the new support system, the students were well-off. 

Με το νέο σύστημα υποστήριξης, οι μαθητές ήταν σε ευνοϊκή θέση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store