Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
well-off
01
ευκατάστατος, οικονομικά άνετος
having enough money to cover one's expenses and maintain a desirable lifestyle
Παραδείγματα
They invested wisely and became well-off in their retirement years.
Επένδυσαν με σύνεση και έγιναν ευκατάστατοι στα χρόνια της σύνταξής τους.
02
σε καλή θέση, άνετος
(of a circumstance) advantageous or comfortable
Παραδείγματα
They were well-off compared to other candidates who lacked experience.
Ήταν σε καλή θέση σε σύγκριση με άλλους υποψηφίους που δεν είχαν εμπειρία.



























