well-mannered
well
wɛl
ουελ
ma
μαι
nnered
nəd
ναντ

Ορισμός και σημασία του "well-mannered"στα αγγλικά

well-mannered
01

καλομαθημένος, ευγενικός

behaving in a polite and respectful way 
well-mannered definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
best-mannered
συγκριτικός βαθμός
better-mannered
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
behavior, etiquette, social
Παραδείγματα
The children were well-mannered during the formal dinner. 

Τα παιδιά ήταν καλά διατεθειμένα κατά τη διάρκεια του επίσημου δείπνου.

02

καλοαναθρεμμένος, ευγενικός

of good upbringing 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store