Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
well-mannered
01
καλομαθημένος, ευγενικός
behaving in a polite and respectful way
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
best-mannered
συγκριτικός βαθμός
better-mannered
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
They appreciated how well-mannered the guests were at the party.
Εκτίμησαν πόσο καλοί τρόποι είχαν οι καλεσμένοι στο πάρτι.
02
καλοαναθρεμμένος, ευγενικός
of good upbringing



























