Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
well-grounded
01
καλά τεκμηριωμένος, στέρεος
having a strong and reliable basis in knowledge or reasoning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most well-grounded
συγκριτικός βαθμός
more well-grounded
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The decision was based on well-grounded facts and thorough research.
Η απόφαση βασίστηκε σε καλά τεκμηριωμένα γεγονότα και σε λεπτομερή έρευνα.



























