Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to utter
01
εκφέρω, βγάζω
to make audible sounds without necessarily forming clear or meaningful words
Transitive: to utter audible sounds
Παραδείγματα
In pain, she uttered a loud cry for help.
Στον πόνο, εξέδωσε μια δυνατή κραυγή για βοήθεια.
02
εκφράζω, προφέρω
to express something verbally
Transitive: to utter a sentiment or opinion
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
utter
γ΄ ενικό πρόσωπο
utters
ενεστώτα μετοχή
uttering
απλός αόριστος
uttered
παθητική μετοχή
uttered
Παραδείγματα
Despite her nervousness, she uttered her opinion with confidence and clarity.
Παρά το άγχος της, εκφράστηκε με σιγουριά και σαφήνεια.
03
εκδίδω, κυκλοφορώ
to knowingly circulate or use forged money as legal tender
Transitive: to utter forged money
Παραδείγματα
The criminal was arrested for uttering counterfeit bills at various stores across town.
Ο εγκληματίας συνελήφθη για εκπομπή πλαστών χαρτονομισμάτων σε διάφορα καταστήματα σε όλη την πόλη.
04
προφέρω, αρθρώνω
to pronounce or articulate something clearly
Transitive: to utter a word
Παραδείγματα
She could barely utter a word in her nervous state during the presentation.
Μόλις και μετά βίας μπορούσε να προφέρει μια λέξη στην νευρική της κατάσταση κατά την παρουσίαση.
utter
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The storm caused utter chaos, with widespread power outages and flooding.
Η καταιγίδα προκάλεσε ολοκληρωτικό χάος, με εκτεταμένες διακοπές ρεύματος και πλημμύρες.
Λεξικό Δέντρο
utterable
utterance
uttered
utter



























