Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unpleasant
Παραδείγματα
The weather was cold and unpleasant all weekend.
Ο καιρός ήταν κρύος και δυσάρεστος όλο το σαββατοκύριακο.
02
δυσάρεστος, δυσάρεστος
(of a person) behaving in a way that makes others feel uncomfortable, hurt, or sad
Παραδείγματα
He was an unpleasant man who always complained.
Ήταν ένας δυσάρεστος άνθρωπος που πάντα παραπονιόταν.
Λεξικό Δέντρο
unpleasant
pleasant
please



























