Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unmarked
01
ασήμαντος, χωρίς σημάδια
lacking visible signs or distinctive features
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unmarked
συγκριτικός βαθμός
more unmarked
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The unmarked trail led deeper into the forest, away from the main paths.
Το ασήμαντο μονοπάτι οδηγούσε βαθύτερα στο δάσος, μακριά από τους κύριους δρόμους.
02
απαρατήρητος, ασήμαντος
not noticed or observed, often implying something that goes without acknowledgment
Παραδείγματα
His achievements went unmarked by the public, despite their significance.
Τα επιτεύγματά του πέρασαν απαρατήρητα από το κοινό, παρά τη σημασία τους.
03
ασήμαντος, ουδέτερος
(of a word or form) lacking any specific feature or distinction, such as formality or gender
Παραδείγματα
The word "teacher" is unmarked, as it can refer to both male and female educators.
Η λέξη "δάσκαλος" είναι ασήμαντη, καθώς μπορεί να αναφέρεται τόσο σε άνδρες όσο και σε γυναίκες εκπαιδευτικούς.
Λεξικό Δέντρο
unmarked
marked
mark



























