Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unmarked
01
ασήμαντος, χωρίς σημάδια
lacking visible signs or distinctive features
Παραδείγματα
The unmarked building was easily overlooked among the bustling cityscape.
Το ασήμαντο κτίριο περνούσε εύκολα απαρατήρητο ανάμεσα στο βιαστικό αστικό τοπίο.
02
απαρατήρητος, ασήμαντος
not noticed or observed, often implying something that goes without acknowledgment
Παραδείγματα
His quiet generosity remained unmarked by others, unnoticed but deeply felt.
Η ήσυχη γενναιοδωρία του παρέμεινε απαρατήρητη από τους άλλους, απαρατήρητη αλλά βαθιά αισθητή.
03
ασήμαντος, ουδέτερος
(of a word or form) lacking any specific feature or distinction, such as formality or gender
Παραδείγματα
In English, the present tense verb form " run " is unmarked, while " ran " is marked for past tense.
Στα αγγλικά, η ρηματική μορφή του ενεστώτα "run" είναι ασήμαντη, ενώ το "ran" σηματοδοτείται για τον παρελθόντα χρόνο.
Λεξικό Δέντρο
unmarked
marked
mark



























