Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unintelligent
01
ανοητος, ηλιθιος
lacking the ability to understand, reason, or make good decisions
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unintelligent
συγκριτικός βαθμός
more unintelligent
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The character in the book was unintelligent, as he was always making silly mistakes.
Ο χαρακτήρας στο βιβλίο ήταν ανόητος, καθώς έκανε πάντα ανόητα λάθη.
Λεξικό Δέντρο
unintelligent
intelligent
intellig



























