Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
uninspired
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most uninspired
συγκριτικός βαθμός
more uninspired
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The team gave an uninspired performance during the presentation.
Η ομάδα έδωσε μια απνευμάτιστη απόδοση κατά τη διάρκεια της παρουσίασης.
02
χωρίς έμπνευση, μη πρωτότυπος
lacking originality or creativity
Παραδείγματα
The novel was uninspired, repeating old plotlines without innovation.
Το μυθιστόρημα ήταν χωρίς έμπνευση, επαναλαμβάνοντας παλιές πλοκές χωρίς καινοτομία.
Λεξικό Δέντρο
uninspired
inspired
inspire



























