Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unintellectual
01
μη διανοητικός, χωρίς διανοητικό βάθος
lacking intellectual depth, curiosity, or engagement with complex ideas
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unintellectual
συγκριτικός βαθμός
more unintellectual
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The movie was fun but unintellectual, just explosions and jokes.
Η ταινία ήταν διασκεδαστική αλλά μη πνευματική, μόνο εκρήξεις και αστεία.
Λεξικό Δέντρο
unintellectual
intellectual



























