uninitiated
u
ˌʌ
α
ni
νι
ni
ˈnɪ
νι
tia
ʃieɪ
σιει
ted
tɪd
τιντ

Ορισμός και σημασία του "uninitiated"στα αγγλικά

uninitiated
01

μη ενημερωμένος, άπειρος

not initiated; deficient in relevant experience 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most uninitiated
συγκριτικός βαθμός
more uninitiated
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
knowledge, experience, status

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store