Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unintended
01
ακούσιος, απρόβλεπτος
happening without being planned or deliberately caused
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unintended
συγκριτικός βαθμός
more unintended
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The unintended consequences of the policy change led to unexpected challenges for small businesses.
Οι ακούσιες συνέπειες της αλλαγής της πολιτικής οδήγησαν σε απροσδόκητες προκλήσεις για τις μικρές επιχειρήσεις.
Λεξικό Δέντρο
unintended
intended
intend



























